Αρχική » Απόψεις » Παπαθεοδώρου Ν. » Το Αρχοντικό του στρατηγού Ιωάννη Άρτη. Toυ Νικολάου Αθ. Παπαθεοδώρου

Το Αρχοντικό του στρατηγού Ιωάννη Άρτη. Toυ Νικολάου Αθ. Παπαθεοδώρου

Το Αρχοντικό του στρατηγού Ιωάννη Άρτη. Toυ Νικολάου Αθ. Παπαθεοδώρου

Το αρχοντικό του στρατηγού Ιωάννη Άρτη. Μεταπολεμική φωτογραφία.

Οι παλαιότεροι από τους Λαρισαίους θα θυμούνται κάποιο μεγάλο τριώροφο κτίριο το οποίο βρισκόταν στη συνοικία Παράσχου, επί της οδού Αγίου Νικολάου, απέναντι από την νοτιοδυτική γωνία του προαύλιου χώρου του ομώνυμου ναού. Ήταν η κατοικία του ένδοξου στρατηγού Ιωάννη Άρτη.

Ο Ιωάννης Άρτης (1861-1956) καταγόταν από το Μεσολόγγι. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων και υπηρέτησε σε διάφορες μονάδες του Ιππικού σε όλη την επικράτεια. Πολέμησε στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 και αμέσως μετά την αποχώρηση των Τούρκων το 1898 τοποθετήθηκε στο Σύνταγμα Ιππικού, το οποίο είχε έδρα τη Λάρισα. Κατά την παραμονή του στην πόλη μας γνωρίσθηκε με σημαντικά πρόσωπα της πόλης και συμμετείχε ενεργά στην κοινωνική και κοσμική ζωή της[1]. Στις αρχές του 20ου αιώνα νυμφεύθηκε την νεαρή χήρα Καλλιόπη Δημητριάδου-Ασημάκη[2], με την οποία απέκτησε το 1905 μία κόρη, τη Νίνα. Το 1912, ως επίλαρχος Ιππικού συμμετείχε στους Βαλκανικούς Πολέμους και μάλιστα ήταν ο διοικητής της ίλης που απελευθέρωσε τη Φλώρινα[3] και την Καστοριά[4]. Μάλιστα στην Καστοριά θεωρείται ως εθνικός ήρωας. Εν συνεχεία έλαβε μέρος στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ κατά την προέλαση του ελληνικού στρατού κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία τοποθετήθηκε ως στρατιωτικός διοικητής της περιοχής της Προύσσας. Αμέσως μετά, το 1923, αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του υποστρατήγου. Από το 1926 μέχρι το 1942 διετέλεσε πρόεδρος του παραρτήματος Λαρίσης του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Πέθανε στη Λάρισα το 1956.

Το αρχοντικό του Άρτη κτίσθηκε τη δεκαετία του 1880 περίπου από τον πλούσιο Κωνσταντίνο Δημητριάδη, για να χρησιμεύσει σαν ιδιωτική κατοικία του. Σ΄ αυτό στεγάσθηκε και η θετή του κόρη με τον σύζυγό της, το ζεύγος Καλλιόπη και Κωνσταντίνος Ασημάκη και αργότερα ο Ιωάννης Άρτης με την γυναίκα του Καλλιόπη και τα παιδιά τους. Λόγω της μακροχρόνιας κατοίκησης του στρατηγού, το κτίσμα αυτό έμεινε στη συνείδηση των Λαρισαίων σαν αρχοντικό του Άρτη.

Όπως φαίνεται και στη φωτογραφία, ήταν ένα μεγάλο τριώροφο επιβλητικό αρχοντικό το οποίο αντίκριζε τη νοτιοδυτική πλευρά της περιφραγμένης τότε μεγάλης και κατάφυτης από πεύκα αυλής του ναού του Αγίου Νικολάου και δέσποζε στην περιοχή με το μέγεθός του. Η πρόσοψη χαρακτηριζόταν από μια σειρά παραθύρων, συμμετρικά τοποθετημένων και στους τρεις ορόφους. Στον τελευταίο όροφο υπήρχαν δύο εξώστες με σιδερένια κάγκελα, τα οποία είχαν περίπλοκα σχέδια. Τους εξώστες συγκρατούσαν στερεά μαρμάρινα φουρούσια και η όλη κατασκευή τους έσπαζε τη μονοτονία της απλής επίπεδης πρόσοψης, προσδίδοντας με την παρουσία τους κάποια αίσθηση νεοκλασικής αισθητικής, σε συνδυασμό με πολλά παραδοσιακά στοιχεία[5]. Η στέγη ήταν τετράκλινη, χαμηλή και προεξείχε αισθητά των κάθετων τοίχων. Είναι βαθειά χαραγμένη στην μνήμη των παλαιότερων η σιλουέτα αυτού του αρχοντικού τόσο για τη φήμη που συνόδευε τον ιδιοκτήτη στρατηγό Άρτη, όσο και για τις δεξιώσεις οι οποίες δίνονταν στους απέραντους εσωτερικούς χώρους του με τα οκτώ πολυτελή δωμάτια, όπου συγκεντρωνόταν όλη η καλή κοινωνία της Λάρισας. Συνήθως προηγείτο γευστική ευωχία που προσέφερε στους καλεσμένους του ο οικοδεσπότης με τη σύζυγό του και στη συνέχεια ακολουθούσαν οι χοροί, ελληνικοί και ευρωπαϊκοί. Τους τελευταίους προτιμούσαν ιδιαιτέρως οι Οθωμανοί προσκεκλημένοι του ζευγαριού, οι οποίοι είχαν παραμείνει στη Λάρισα μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας. Βέβαια μετά το 1922, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, δεν έμεινε σχεδόν κανείς απ’ αυτούς στη Λάρισα.

Προσωπικά τον στρατηγό Άρτη τον θυμάμαι κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια να εκκλησιάζεται τακτικά στην εκκλησία του αγίου Νικολάου. Ήταν ένας ψηλόλιγνος γεροδεμένος γέροντας, με αριστοκρατική εμφάνιση, αρειμάνιο λευκό μουστάκι και με το μπαστουνάκι στο χέρι. Μικρό παπαδάκι τότε εγώ, τον έβλεπα να μπαίνει στο ναό, εισερχόμενος απ’ ευθείας στο ιερό Βήμα από την μικρή χαμηλή πορτούλα που υπήρχε στον δεξιό τοίχο, ακριβώς απέναντι από το κατεστραμμένο από τον σεισμό του 1941 προπολεμικό καμπαναριό.

Ο δημοσιογράφος Βάσος Καλογιάννης χαρακτηρίζει σε κάποιο δημοσίευμά του το σπίτι του στρατηγού Άρτη βενετσιάνικο. Δεν γνωρίζω εάν η παρομοίωση αφορά την αρχιτεκτονική μορφή του κτιρίου, παρομοίωση η οποία όμως δεν δικαιολογείται. Ενδεχομένως επειδή φαίνεται να ήταν τακτικός επισκέπτης του σπιτιού, να είχε εντυπωσιασθεί από την πλούσια εσωτερική διακόσμηση που διέθετε, παραπλήσια των αρχοντικών της Βενετίας ή ακόμα μήπως οι αποκριάτικες διασκεδάσεις στους χώρους του να είχαν χαρακτήρα βενετσιάνικης εκκωφαντικής εορτής.

Το 1949 πέθανε η γυναίκα του Καλλιόπη και το 1955 ακολούθησε η μονάκριβη κόρη του Νίνα Ξυραδάκη σε ηλικία 50 ετών. Μόνος έμεινε για λίγο, γιατί το 1956 πέθανε και ο ίδιος και ενταφιάσθηκε με τιμές. Το κτίριο έμεινε άδειο και έρημο, και λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του κατεδαφίσθηκε. Ένα τμήμα του απαλλοτριώθηκε για την διάνοιξη και επέκταση της οδού Αλεξάνδρου Σούτσου μέχρι την οδό Ηπείρου.

[1]. Ο Θρασύβουλος Μακρής, αναφέρει ότι το 1902 συστήθηκε υπό την προεδρία του ειδική επιτροπή, το λεγόμενο «Κομιτάτον», με σκοπό την διεξαγωγή αποκριάτικων εκδηλώσεων κατά τα αθηναϊκά πρότυπα. Τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής ήταν οι Κωνσταντίνος Οικονομίδης δικηγόρος, Μιχαήλ Τσόγκας δημοσιογράφος διευθυντής της εφημερίδας «Σάλπιγξ», Κωνσταντίνος Δημητρακόπουλος γραμματέας της Επιτροπής των Στεφανοβίκειων κτημάτων, Γεώργιος Παπαγεωργίου βιομήχανος και Κωνσταντίνος Κατσαούνης τραπεζίτης, όλα γνωστά, εύπορα και ευυπόληπτα άτομα της λαρισαϊκής κοινωνίας της εποχής εκείνης. Βλέπε: Μακρής Θρασύβουλος, Λαρισινές Σελίδες, εφ. Θεσσαλικά Νέα, φύλλο της 23ης Φεβρουαρίου 1947.

[2]. Η Καλλιόπη (1880-1949) ήταν θετή κόρη του ζεύγους Κωνσταντίνου και Αικατερίνης Δημητριάδου και το 1896, σε ηλικία 16 ετών, παντρεύτηκε τον ευκατάστατο δικηγόρο Κωνσταντίνο Ασημάκη με τον οποίο γέννησε τρία τέκνα. Έζησε μαζί του μόνον τρία χρόνια, γιατί τον Οκτώβριο του 1899 ο σύζυγός της πέθανε. Μετά από λίγα χρόνια παντρεύτηκε τον ίλαρχο τότε Ιωάννη Άρτη, ο οποίος υπήρξε ο δεύτερος σύζυγός της. Βλέπε: Γρηγορίου Αλέξανδρος, Το Α΄ Δημοτικό Νεκροταφείο της Λάρισας (1899-1993), Θεσσαλονίκη (2013) σελ. 89.

[3]. Στις 7 Νοεμβρίου 1912, γύρω στο μεσημέρι, ο επίλαρχος Ιωάννης Αρτης με τους ιππείς του έφθασε προ των πυλών της Φλώρινας.Από εκεί έστειλε τρεις ιππείς, οι οποίοι κατευθύνθηκαν στην Μητρόπολη και μετέδωσαν στον Μητροπολίτη Πολύκαρπο το μήνυμα του διοικητού τους, να προσέλθουν οι αρχές στην είσοδο της πόλης για να την παραδώσουν.

[4]. Ήταν επί κεφαλής του τμήματος που εισήλθε ως ελευθερωτής στις 11 Νοεμβρίου 1912 στην πόλη της Καστοριάς και έμεινε ιστορική η διακήρυξή του κατά την απελευθέρωσή της, η οποία έχει ως εξής: «Εν ονόματι του Βασιλέως της Ελλάδος Γεωργίου του Α’. Καταλαμβάνω την πόλιν Καστορίαν, διακηρύττω καθ’ Υψηλήν εντολήν της Βασιλικής Αυτού Υψηλότητος του Διαδόχου και Γενικού Αρχηγού των εν Μακεδονία στρατευμάτων, ότι οι νόμοι του Ελληνικού Κράτους θέλουσι ισχύει απο σήμερον και δια την Επαρχίαν Καστορίας ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Από σήμερον μέχρι νεωτέρας διαταγής θέλει ισχύει ο Στρατιωτικός Νόμος, καθ’ όλην την Επαρχίαν. Εγένετο εν Καστορία τη 11η Νοεμβρίου 1912. Ο Διοικητής Ιππικού, Ιωάννης Άρτης». Το 1948 έγραψε σε συνέχειες στην εφημερίδα της Καστοριάς «Ορεστιάς» σύντομη εξιστόρηση της απελευθέρωσης της πόλης από τους Τούρκους το 1912.

[5]. Ο Γιώργος Γουργιώτης χαρακτήρισε τα αρχοντικά αυτά σαν «λαϊκά νεοκλασικά οικοδομήματα» και τα εντόπισε ως επί το πλείστον στη Λάρισα. Βλέπε: Γουργιώτης Γεώργιος, Ο Λαϊκός Νεοκλασικισμός στη Λάρισα, περ. Αυτό, Λάρισα (Μάρτης 1986) σ. 8-9. Επίσης, Γεώργιος Κ. Γουργιώτης, Μικρά μελετήματα, Αθήνα (2000) σ. 114.

Επιστροφή επάνω