Αρχική » Λάρισα » Μάξιμος: Δεν πείθουν οι αριθμοί
ΗΧΗΡΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΛΑΡΙΣΑΙΟΥ ΒΟΥΛΕΥΤΗ

Μάξιμος: Δεν πείθουν οι αριθμοί

Μάξιμος: Δεν πείθουν οι αριθμοί

«Η Νέα Δημοκρατία, ως βασικός κορμός της κυβέρνησης, ίσως εξ ανάγκης ίσως από λάθος επιλογές, το προηγούμενο διάστημα παρέκκλινε αρκετές φορές από τις θεμελιώδεις αρχές της, που της έδιναν προνομιακή σχέση με τα μεσαία στρώματα».

Το παραπάνω απόσπασμα ανήκει σε άρθρο του Μάξιμου Χαρακόπουλου, που δημοσιεύτηκε σήμερα στα ΝΕΑ, και με το οποίο ο πρώην αναπληρωτής υπουργός σημειώνει πως «η μεσαία τάξη θα κρίνει τις εξελίξεις».

Με την παρέμβασή του αυτή ο βουλευτής Λαρίσης χτυπάει, και πάλι, καμπανάκι, όσον αφορά την ακολουθούμενη από την κυβέρνηση, πολιτική, ενώ σημειώνει πως «χρειάζεται να αναζωπυρωθεί η ελπίδα για τη χώρα και τη ζωή του καθενός».

Ολόκληρο το άρθρο του κ. Χαρακόπουλου:

Η ομιλία του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ επιβεβαίωσε ότι μετά από πέντε έτη οδυνηρής οικονομικής ύφεσης, κατά την οποία το ΑΕΠ της χώρας απομειώθηκε κατά 25% και η κυβερνητική πολιτική καθορίστηκε από τα Μνημόνια και την επιτροπεία των δανειστών, εισερχόμαστε πλέον σε μια νέα κρίσιμη φάση. Αν και, προφανώς, διανύουμε το ύστατο διάστημα της εξόδου από την κρίση, τίποτε δεν εγγυάται ότι το αύριο θα είναι ανέφελο.

Κάνοντας έναν πρόχειρο απολογισμό, κάθε αντικειμενικός κριτής δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει τα τεράστια βήματα που έχουν γίνει αυτά τα χρόνια: την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων, την ανακεφαλαιοποίηση σε μεγάλο βαθμό των τραπεζών, την έξοδο εκ νέου στις αγορές, την πρωτοφανή έκρηξη στον κλάδο του Τουρισμού και φυσικά την αποκατάσταση της εικόνας της Ελλάδας στο εξωτερικό. Ταυτόχρονα, όμως, θα ήταν στρουθοκαμηλισμός η υποτίμηση αρνητικών δεδομένων και επιδόσεων, όπως η διατήρηση των ποσοστών της ανεργίας σε δυσθεώρητα ύψη, η έλλειψη ρευστότητας και οι «κλειστές κάνουλες» των τραπεζών, και, κυρίως, η υπερφορολόγηση που έχει λυγίσει τη μεσαία τάξη, τους συνεπείς φορολογούμενους.

Η δέσμη, όμως, αυτή των αρνητικών δεδομένων, καθώς άπτεται της καθημερινότητας των πολιτών, απειλεί να καθορίσει τις πολιτικές εξελίξεις. Διότι, εύλογα, οι ευημερούντες αριθμοί του ΥΠΟΙΚ, δεν πείθουν τους στενάζοντες από την ανεργία ή την ανέχεια συνανθρώπους μας. Αντιθέτως, φουσκώνουν τα πανιά της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που αμετανόητα συνεχίζει το ανεύθυνο ρεσιτάλ δημαγωγίας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι «καμένοι» ψηφοφόροι από το «λεφτά υπάρχουν» του επίσης αμετανόητου Γιώργου Παπανδρέου, δεν πιστεύουν λέξη από τα χουβαρνταλίκια του κ. Τσίπρα και των μαθητευόμενων μάγων της οικονομίας που τον συμβουλεύουν. Η αγανάκτηση και η απελπισία, όμως, είναι κακοί σύμβουλοι. Έτσι, αυξάνονται αυτοί που διαβαίνουν τον Ρουβίκωνα, και υιοθετούν μια στάση που δείχνει αδιαφορία για τη συνέπεια της πολιτικής τους επιλογής. Αντίληψη που κινείται περίπου στο αφοριστικό «γαία πυρί μειχθήτω».

Αυτή η τάση, όμως, εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους για την πορεία της χώρας. Το διαμορφούμενο κλίμα είναι ικανό να επηρεάσει και τη δυνατότητα εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας από αυτή τη Βουλή. Η διολίσθηση σε μια προεκλογική περίοδο, όπως ανεύθυνα επιδιώκει ο ΣΥΡΙΖΑ, το πιθανότερο είναι να εκτροχιάσει το τρένο της οικονομίας, ίσως μια και καλή.

Η ατζέντα, λοιπόν, πρέπει να αλλάξει άμεσα και θαρραλέα. Κανείς δεν υιοθετεί, βεβαίως, απόψεις που θα μας φέρουν σε ρήξη με τους εταίρους μας. Όμως, κανείς δεν μπορεί να μας επιβάλει να «αυτοκτονήσουμε» συνεχίζοντας να εφαρμόζουμε ατελέσφορα μέτρα, όπως η εξίσωση του φόρου πετρελαίου κίνησης και θέρμανσης.

Είναι καιρός να γίνει κατανοητό ότι η τακτική της επίκλησης του, υπαρκτού οπωσδήποτε, φόβου που προκαλεί η επικράτηση των έξαλλων οπαδών του μεταπολιτευτικού λαϊκισμού στο μέσο πολίτη έχει τα όριά της. Σήμερα, απαιτείται, πάση θυσία, η θετική προδιάθεση της κοινωνίας προς την ακολουθούμενη πολιτική. Χρειάζεται να αναζωπυρωθεί η ελπίδα για τη χώρα και τη ζωή του καθενός.

Η Νέα Δημοκρατία, ως βασικός κορμός της κυβέρνησης, ίσως εξ ανάγκης ίσως από λάθος επιλογές, το προηγούμενο διάστημα παρέκκλινε αρκετές φορές από τις θεμελιώδεις αρχές της, που της έδιναν προνομιακή σχέση με τα μεσαία στρώματα. Κι αυτές οι παρεκκλίσεις είχαν σαν αποτέλεσμα σημαντικά τμήματα των στρωμάτων αυτών να την εγκαταλείψουν απογοητευμένα. Αυτούς τους ανθρώπους οφείλουμε σήμερα να «ξαναβρούμε», με πολιτικές που θα αποκαταστήσουν τις σχέσεις εμπιστοσύνης: με τη γενναία μείωση των φορολογικών συντελεστών, την ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, την έμπρακτη προτεραιότητα στην πρωτογενή παραγωγή, στον αγροτικό και κτηνοτροφικό τομέα, αλλά και σε κλάδους των νέων τεχνολογιών και της εκπαίδευσης.

Ας μη καλλιεργούνται αυταπάτες. Στην επιτυχία αυτών των πολιτικών θα κριθεί το σκληρό παιχνίδι της εξουσίας και όχι στις, μάλλον επικοινωνιακού χαρακτήρα, μετεγγραφές στην Νέα Δημοκρατία πολιτικών παραγόντων.

 

 

Επιστροφή επάνω