Αρχική » Συνεντεύξεις » Σκιαδαρέσης: «Δεν μου αρέσουν οι ετικέτες»
ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΦΕΤΙΝΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ, ΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ, ΤΟ ΦΑΤΣΕΑ ΚΑΙ ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ...

Σκιαδαρέσης: «Δεν μου αρέσουν οι ετικέτες»

Σκιαδαρέσης: «Δεν μου αρέσουν οι ετικέτες»

Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Καρυδάκη

Ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης δεν χρειάζεται συστάσεις. Είναι ένας ηθοποιός… πολυεργαλείο. Περνάει με φυσικότητα από την κωμωδία στο δράμα κι επιπλέον επειδή δεν του αρέσουν οι ετικέτες τον έχουμε δει να κάνει τα πάντα παντού. Και στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο και το θέατρο με μεγάλη επιτυχία. Παρόλα αυτά είναι ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, ντροπαλός όπως λέει ο ίδιος. Αφοπλιστικά ειλικρινής, μας μίλησε για όλα, αρχίζοντας απ” την παράσταση στην οποία πρωταγωνιστεί αυτό το καλοκαίρι, την παρωδία «Ωχ! Ηλέκτρα». Εξέφρασε μάλιστα την άποψη πως θα “πρεπε να παρωδήσουμε όλους τους αρχαίους τραγικούς όπως κάνουν στην Αγγλία με τον Σέξπιρ.

Το έργο είναι παρωδία.

Με σύγχρονο χιούμορ σε πολύ μεγάλη δόση, τόση που σκεφτόμαστε να αφαιρούμε αστεία γιατί δεν θα ακούγεται το κείμενο από τα πολλά γέλια.

Η Ηλέκτρα είναι η αφορμή. Τι είναι αυτό που παρωδείται;

Είναι αμέτρητα πράγματα. Από την εξουσία που απογυμνώνεται αλλά και το θέατρο το ίδιο, με έναν τρόπο όμως, που γίνεται αντιληπτός από τον κόσμο, όχι εσωτερικό, όχι μεταξύ μας.

Κι έτσι η Ηλέκτρα πάει σε ψυχολόγο.

Ε, η μοίρα της είναι προδιαγεγραμμένη. Είναι γόνος μιας προβληματικής οικογένειας όπου σκοτώνονται μεταξύ τους και καταλήγει σε ψυχολόγο σε μια προσπάθεια να ισορροπήσει. Έχουμε λοιπόν και δυο επιπλέον πρόσωπα, τον ψυχολόγο που κάνει ο Κρατερός Κατσούλης κι εμένα που κάνω το φάντασμα του Αγαμέμνονα. Ο οποίος είναι η απομυθοποίηση της εξουσίας, του μιλιταρισμού, ένας στρατηλάτης που τελικά θα “θελε να “ναι τραγουδιστής και το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι το φθηνό φαγητό και οι γυναίκες. Τίποτε άλλο.

Τον προτιμώ από αιμοχαρή κι αιμοδιψή τύραννο.

Ασφαλώς. Κι εγώ.

Σε αυτές τις κωμωδίες, ατάκα και γέλιο, οι ηθοποιοί περνούν καλά ή είναι ζόρι;

Περνάς καλά αλλά είναι και ζόρι. Είναι ένα πολύ απαιτητικό είδος, με εξοντωτικούς ρυθμούς, τραγούδι, χορό, ένα εξαιρετικό σκηνικό του Γιώργου Γαβαλά με σκάλες, καταπακτές, πόρτες, αλλά δύσκολο να το χειριστείς, χάνουμε ένα κιλό σε κάθε παράσταση. Όμως επειδή είναι κωμωδία και σε απελευθερώνει, γινόμαστε κι εμείς παιδιά. Μπορεί να βγαίνουμε κουρασμένοι αλλά νιώθουμε καλά, λυτρωμένοι.

Είστε ένας ηθοποιός που περνάτε με μεγάλη ευκολία από την κωμωδία στο δράμα. Πώς το καταφέρνετε;

Επί της ουσίας δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά. Εξάλλου πρόκειται για τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Μη σας πω ότι όταν είναι δραματικός ο ρόλος παίζω κωμικά και αντίστροφα… Είναι ένας τρόπος λίγο παράδοξος, αλλά είναι ο δικός μου τρόπος. Βλέπω και την άλλη διάσταση, πώς να το εξηγήσω. Προσπαθώ να βγάλω την αλήθεια του χαρακτήρα που προσεγγίζω κι αυτή δεν μπορεί να “ναι μονόπλευρη. Δεν μου αρέσουν οι ετικέτες. Προσπαθώ να κάνω τα πάντα, όλα τα είδη, σε όλους τους χώρους. Δε λέω για παράδειγμα, μόνο θέατρο, τίποτε άλλο. Αγαπώ και το σινεμά και την τηλεόραση. Δε μου αρέσουν οι μανιέρες. Οι μανιέρες είναι καλές γιατί σημαίνουν μια σφραγίδα, μια ταυτότητα. Από την άλλη μπορεί να εγκλωβιστείς. Και τα δύο έχουν θετικά στοιχεία. Η μανιέρα του Σταυρίδη, του Χατζηχρήστου ή του Βέγγου, ήταν σπουδαίες. Εξαρτάται πώς θα το χειριστείς.

Γιατί γίνατε ηθοποιός;

Βασικά ξεκίνησα για να πάρω αναβολή απ” το στρατό (γελάει). Ήμουν τυχερός γιατί μου ανοίχτηκε ένας άλλος κόσμος που με γοήτευσε κι ένιωσα πως μ” ενδιαφέρει πραγματικά και προχώρησα. Δεν ήταν παιδικό όνειρο όμως, ήταν τυχαίο.

Και τι θέλατε να γίνετε;

Αρχιτέκτονας.

Κηπουρός;

Αχ, ξέρετε για την αγάπη που έχω για τους κήπους. Να σας πω, νομίζω πως το ιδανικό θα ήταν η αρχιτεκτονική κήπων.

Τι είναι αυτό που σας κάνει να λέτε “ναι” σε μια δουλειά;

Πρώτα το κείμενο. Έχουμε ένα εξαιρετικό ρεπερτόριο παγκόσμιας εμβέλειας που δεν αξιοποιούμε αρκετά. Για παράδειγμα, με αφορμή το έργο που παίζω, η παρωδία των αρχαίων τραγωδιών θα έπρεπε να έχει γίνει πολύ περισσότερο. Όπως κάνουν στην Αγγλία με τον Σέξπιρ. Τον έχουν διαλύσει, σαρκάσει, αποδομήσει, κοροϊδέψει. Για μένα αυτό είναι δείγμα αγάπης της παράδοσης. Πρέπει να την ξέρεις καλά και να την αγαπάς βαθιά για να το κάνεις. Θεωρώ ότι ο Οιδίποδας ας πούμε, είναι ο ορισμός του γκαντέμη. Δεν μπορεί να μην το έχει δει κάποιος. Εγώ αυτό το χιούμορ   σέβομαι, αυτό το χιούμορ μου αρέσει. Αυτοσαρκασμός επειδή αγαπώ τον εαυτό μου. Ο άλλος λόγος που λέω «ναι» σε μια δουλειά είναι οι συνάδελφοι. Η ομάδα.

Με την τηλεόραση τι γίνεται;

Βράζει και χύνεται (γελάει). Δεν συζητάω κάτι προς το παρόν, αν αυτό με ρωτάτε. Βλέπω πως δειλά – δειλά αρχίζουν να γίνονται κάποιες δουλειές. Μακάρι.

Η τηλεόραση σας αγάπησε πολύ, εσείς την αγαπήσατε;

Βέβαια. Θα ήμουν αχάριστος. Της οφείλω την αναγνωρισιμότητά μου που δεν θα μπορούσα να έχω ούτε απ” τον κινηματογράφο ούτε απ” το θέατρο. Με στήριξε οικονομικά γι” αρκετά χρόνια και επιπλέον τις δουλειές που έκανα στην τηλεόραση σε ένα ποσοστό 95% τις λάτρεψα. Και τις υποστήριξα όσο μπορούσα καλλιτεχνικά.

Όπως τον Φατσέα.

Ναι, νομίζω πως ήταν ένα συγκλονιστικό πρόσωπο. Δε νομίζω πως παρουσιάζεται εύκολα στη ζωή ενός ηθοποιού η ευκαιρία να κάνει έναν τέτοιο ρόλο.

Επηρέασε καθόλου τα ελληνικά σας εκείνο το διάστημα;

Τα πλούτισε. Κάτι που έγινε γενικότερα πιστεύω. Ξέρετε, μέχρι και στα σχολεία λειτουργούσε ως αφορμή για συζήτηση πού είναι το λάθος και ποιο είναι το σωστό. Έπαιξε κι ένα παιδαγωγικό ρόλο. Μου έστελναν συνεχώς μηνύματα τότε δάσκαλοι και καθηγητές.

Αλήθεια;

Ναι. Σε αντίθεση με το Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο που επέβαλε πρόστιμο στο κανάλι γιατί ο Φατσέας κακοποιούσε την ελληνική γλώσσα!

Ορίστε; Αφού ήταν μυθοπλασία. Κι εξάλλου δεν προβαλλόταν ως παράδειγμα προς μίμηση, το αντίθετο.

Πείτε μου κι εσείς. Προφανώς τους έλειπαν έσοδα. Αν τους έπιασε ο πόνος για την ελληνική γλώσσα, ας επέβαλλαν πρόστιμο σε ενημερωτικές εκπομπές και πρωινάδικα. Τι να πω; Θα μας στείλουν σαν την Ηλέκτρα στον ψυχολόγο. Ο Φατσέας σατίριζε την κακοποίηση που υφίσταται κι από επίσημους φορείς και πρόσωπα η ελληνική γλώσσα. Δεν δημιουργήθηκε για να την κακοποιήσει. Χρειάζεται να “χεις εκτός από μυαλό και χιούμορ.

Έχετε κάνει πολύ κινηματογράφο.

Ξεκίνησα απ” τον κινηματογράφο. Τα πρώτα χρόνια της καριέρας μου έκανα μόνο ταινίες. Μου είχανε πει πως ήμουν καλός σε αυτό και δεν τολμούσα να δοκιμάσω κάτι άλλο. Αλλά το ρίσκαρα. Γιατί στην αρχή το φοβόμουν πολύ. Όμως με εμπιστεύτηκαν κάποιοι άνθρωποι κι έτσι έκανα και θέατρο κι όλα πήγαν καλά. Η πρώτη σημαντική επαγγελματική δουλειά στο θέατρο ήταν “Η μικρή μας πόλη” σε σκηνοθεσία του Βολανάκη στο Λαμπέτη και μετά η “Ολεάνα” του Ντέιβιντ Μάμετ που αγάπησα και αγαπώ και θεωρώ ότι είναι από τα καλύτερα πράγματα που έχω κάνει. Ο Αντώνης Αντύπας μου εμπιστεύτηκε ίσως τον καλύτερο ρόλο της ζωής μου μέχρι σήμερα και τον ευγνωμονώ γι” αυτό.

Πολύ τυχερός είστε. Βολανάκης, Αντύπας…

Έχετε δίκιο.

Μοιάζει σα να σας κυνήγησε, όχι να το κυνηγήσατε.

Η αλήθεια είναι πως είμαι πολύ δειλός, ντροπαλός για να κυνηγήσω κάτι. Δόξα το Θεό με αγάπησε η δουλειά. Και την αγάπησα τη δουλειά.

Θα παίζετε σε αυτές τις καινούριες ταινίες όπως του Αβρανά;

Μα σας είπα πως δεν μου αρέσουν οι ετικέτες. Και βέβαια θα έπαιζα. Δεν έχω θέμα. Έχω παίξει και σε εμπορικές και σε ποιοτικές και πειραματικές και ό,τι θέλετε. Η ταινία του Αβρανά μου άρεσε πάρα πολύ . Όπως και «ο Κυνόδοντας» του Λάνθιμου. Σε αντίθεση με τις «Άλπεις» που δε μου άρεσαν καθόλου. Δεν έχω πρόβλημα να πω ότι κάτι μ” αρέσει ή δε μ” αρέσει, ούτε επειδή είναι Λάνθιμος μ” αρέσει σώνει και καλά ή επειδή είναι Ζαπατίνας δεν είναι καλός.

Δηλώσατε ντροπαλός. Την αναγνωρισιμότητα πώς τη διαχειρίζεστε;

Κοιτάξτε, με ενοχλεί λίγο. Πάντα ήθελα να περνάω απαρατήρητος στην ιδιωτική μου ζωή. Γιατί στη δουλειά μου κάνει πολύ καλό. Δεν θα παραπονεθώ για την αναγνωρισιμότητα. Αλλά θα “θελα να μπορούσα να κάτσω να πιω έναν καφέ και να μη χρειαστεί να μιλήσω, να χαιρετίσω κάποιον, να με κοιτάνε. Με κάνει να νιώθω άβολα. Εξάλλου ποτέ δεν ήταν το ζητούμενό μου να γίνω διάσημος. Εντάξει, έχει τα αρνητικά και τα θετικά της. Και τα ΜΜΕ μ” έχουνε σεβαστεί γενικά. Όταν βγήκα για πρώτη φορά με τις κόρες μου και τράβηξαν δυο φωτογραφίες, δεν το θεωρώ κακό. Τι να κάνουμε;

Είστε κι εσείς χαμηλών τόνων. Ούτε ένα σκάνδαλο, ένα διαζύγιο…

Μην το λέτε σα να είμαι η εξαίρεση στον κανόνα. Μπορώ να σας απαριθμήσω ένα σωρό συναδέλφους που έχουν ωραίες και δυνατές οικογένειες. Όπως ο κουμπάρος μου ο Στέλιος ο Μάινας, ο Φιλιππίδης, ο Μπέζος και πολλοί άλλοι.

Εσείς θα καταφεύγατε σε ψυχολόγο όπως η Ηλέκτρα;

Γιατί όχι; Πιστεύω στους ειδικούς. Αν κανείς φτάνει σε αδιέξοδο δεν το θεωρώ λάθος να απευθυνθεί σε έναν ειδικό για να τον βοηθήσει. Στο παρελθόν έχω ζητήσει κι εγώ βοήθεια.

Η τέχνη μπορεί να παίξει ρόλο ψυχολόγου;

Απολύτως. Είναι εξαιρετικά θεραπευτική. Και για τον ηθοποιό που υποδύεται άλλους ανθρώπους από άλλες εποχές ή τη σύγχρονη, που καταδύεται σε άλλες ζωές, αλλά και για τον θεατή που τα παρακολουθεί όλα αυτά. Να εξηγείς πράξεις, κίνητρα, να αναλύεις συμπεριφορές μέσα από ένα έργο. Αυτό δεν κάνει και ο ψυχολόγος; Κι όλη αυτή η διαδικασία σε βοηθάει να γνωρίσεις τον εαυτό σου, σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, πιο ανεκτικό, με μεγαλύτερη κατανόηση. Στο κοινό ανοίγει παράθυρα στον κόσμο, του προτείνει λύσεις και ταυτόχρονα τον ευχαριστεί. Η ευχαρίστηση που παίρνεις από ένα έργο τέχνης δεν είναι ίδια όπως όταν πίνεις έναν καφέ ή παίζεις τάβλι. Η τέχνη σου φωτίζει πλευρές που δεν φανταζόσουν, συνειδητοποιείς την οικουμενικότητα του ανθρώπου, σε τροφοδοτεί με θετική ενέργεια.

Η κρίση;

Μας έχει αλλάξει τα φώτα. Και πονάει γιατί δεν έχει υπάρξει μια σοβαρή αντίδραση ούτε από τον κόσμο ούτε από τους καλλιτέχνες. Υπάρχουν μικρές μεμονωμένες προσπάθειες οι οποίες εμένα ως πολίτη δεν με ικανοποιούν και θεωρώ και τον εαυτό μου υπεύθυνο. Έχω πέσει κι εγώ στην παγίδα του καναπέ, της αδράνειας. Και σχολιάζουμε λες κι εμείς δεν είμαστε μέρος του προβλήματος. Δεν είμαι αισιόδοξος πως θα αλλάξει άμεσα η κατάσταση. Μοιάζουμε λίγο με μαριονέτες. Άλλοι κουνούν τα νήματα κι εμείς τους αφήνουμε. Ελπίζω πως κάποια στιγμή θα κόψουμε τα σκοινιά.

Πότε θα έρθει αυτή η στιγμή;

Όταν αποφασίσουμε να πληρώσουμε το τίμημα.

ΕΝΤΥΠΗ LARISSANET

 

Επιστροφή επάνω