Αρχική » Άρθρα » Πρωινό της 13ης Ιουλίου*
ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΙΒΟ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΠΡΩΤΑΘΛΗΜΑ ΠΑΙΔΩΝ-ΚΟΡΑΣΙΔΩΝ

Πρωινό της 13ης Ιουλίου*

Πρωινό της 13ης Ιουλίου*

Του Δημήτρη Κουρέτα

Πρωινό της 13ης Ιουλίου και όλος ο κόσμος της Λάρισας είναι στις παραλίες. Καθώς φθάνω στο στάδιο Αλκαζάρ, για να παρακολουθήσω το πανελλήνιο πρωτάθλημα στίβου παίδων-κορασίδων, δεν μπορώ να βρω θέση πάρκινγκ, και εκπλήσσομαι. Μπαίνω στο στάδιο, και προσπαθώ να βρω θέση στον ίσκιο. Η σκεπαστή κερκίδα του Αλκαζάρ γεμάτη κόσμο, και γρήγορα-γρήγορα φορώντας ένα καπέλο, βρίσκω θέση δίπλα σε μια γιαγιά κάτω ακριβώς από τα δημοσιογραφικά, για να δω το τριπλούν κορασίδων. Κάποια στιγμή, καταλαβαίνω ότι η γιαγιά φυσάει τη μύτη της. Την κοιτάζω και βλέπω ότι έκλαιγε, διακριτικά. Τη ρωτάω γιατί, και μου λέει: «Η εγγονή μου έκανε άκυρο».

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, μαθητής γυμνασίου στην Πάτρα, η προπόνηση του στίβου στην Παναχαΐκή της οποίας ήμουν αθλητής, ήταν ιδιαίτερο γεγονός για την εφηβική μου ζωή. Ομολογώ ότι οι συνθήκες ήταν κάτι πάνω από δύσκολες. Η προπόνηση γινόταν είτε νωρίς το πρωί όταν ήμασταν απογευματινοί στο σχολείο είτε απόγευμα προς βράδυ όταν ήμασταν πρωινοί. Στην έκτη γυμνασίου και επειδή η μάνα μου δεν μου επέτρεπε να πηγαίνω στο στάδιο είχαμε σκαρφιστεί το εξής με έναν-δυο άλλους συμμαθητές μου που έκαναν στίβο. Πηγαίναμε κρυφά το βράδυ στο στάδιο της Παναχαΐκής και μετά την προπόνηση κάτω από το φως των αστεριών, κάναμε μπάνιο στα σκοτεινά στο αποδυτήριο της πυγμαχίας (τα άλλα ήταν κλειδωμένα) και κρυφά απλώναμε τα ιδρωμένα ρούχα μας σε κάποιο καλοριφέρ των αποδυτηρίων του μπάσκετ που δεν χρησιμοποιούνταν για να τα βρούμε την επομένη στεγνά. Αν πήγαινα τα ιδρωμένα ρούχα σπίτι γινόταν χαμός, γιατί πήγα στην προπόνηση και δεν διάβασα. Αυτό το δωμάτιο που άπλωνα τα ιδρωμένα το φέρνω στη μνήμη μου συχνά ακόμη και τώρα, ειδικά όταν περνάω δύσκολα για να θυμηθώ τις δυσκολίες που είχαμε τότε για να κάνουμε την καθημερινή μας προπόνηση. Τα συζητάω συχνά με συναθλητές μου της τότε εποχής που τους βλέπω κάθε χρόνο το καλοκαίρι, όταν πηγαίνω διακοπές στην Πάτρα. Πάμε πάλι και τρέχουμε μαζί, μόνο που το στάδιο έχει πλέον αλλάξει και τα αποδυτήρια εκείνα δεν υπάρχουν. Θυμάμαι εκείνα τα κρύα βράδια στο στάδιο ακόμη τη φιγούρα του συναθλητή μας Πέτρου Παπαγεωργίου, αθλητή του ΑΟ Πάτραι, βαλκανιονίκη των 10.000 μ. με 28 λεπτά και 54» το 1980. Σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό το 1982, αν θυμάμαι καλά, κοντά στο Αίγιο. Καλή του ώρα.

Όλες αυτές οι δεκάδες αποστολές των αγώνων, αποτελούν ακόμη αναφορά στη σκέψη μου και στη ζωή μου για έναν απλό λόγο. Συμβολίζουν την ανάγκη του ανθρώπου να μετρηθεί, να αγωνιστεί, και να νιώσει ότι ανήκει κάπου. Χωρίς υπολογισμούς, υστεροβουλίες. Χωρίς να ξέρει πολλά από τους συναθλητές του. Του έμεναν οι μνήμες του αγώνα. Ούτε ποιος ήταν ο πατέρας του, πόσα χρήματα είχε, σε πιο σχολείο πήγαινε. Τίποτα. Φαίνεται πως αυτά ήταν πολύ σημαντικά πράγματα γιατί το μυαλό τα κράτησε. Τα συντήρησε. Και τα χρησιμοποιεί όταν θέλει να συσπειρωθεί και να ζήσει. Πράγματα άλλα που όταν τα ζούσε νόμιζε ότι είναι σοβαρά τα ξέχασε, τα έσβησε. Κράτησε ό,τι του ήταν αναγκαίο.

Αυτές τις μνήμες κουβαλάω από τον στίβο. Όταν 3-4 φορές τη βδομάδα ντύνομαι για να πάω να γυμναστώ και τώρα, έχω τα ίδια συναισθήματα. Θέλω να κουραστώ, να ιδρώσω, να ξεπεράσω την ηλικία των 52 ετών και να πω: Κοίτα να δεις Κουρέτα, για μια ακόμη μέρα τα κατάφερες. Η διαφορά με τότε είναι πως τότε είχα να το μοιραστώ και το ήθελα πολύ με τους συναθλητές μου, τον Νίκο, τον Δημήτρη, τον Χρήστο, τον Γιώργο. Τώρα, αν και το θέλω, δεν το έχω. Δεν τους έχω. Είναι αλλού. Και το έχω τόσο ανάγκη.
Παίρνοντας τον δρόμο του γυρισμού για το σπίτι προχθές, γυρνώντας από τη μεγάλη προπόνηση, σκεφτόμουν: Ο αθλητισμός δεν βελτιώνει τον χαρακτήρα, απλά τον αποκαλύπτει.
Η ώρα είναι τρεις παρά είκοσι, και πρέπει να ξεκουραστώ λίγο γιατί οι τελικοί αρχίζουν στις 5 το απόγευμα.

 

*Ο Δημήτρης Κουρέτας είναι Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και το παρών αναρτήθηκε στο protagon.gr

Επιστροφή επάνω