Αρχική » Οικονομία » Πως θα λυθεί το ελληνικό χρέος

Πως θα λυθεί το ελληνικό χρέος

Πως θα λυθεί το ελληνικό χρέος

Το μοντέλο των προαπαιτουμένων θέλει να εφαρμόσει και στην ελάφρυνση του χρέους η Ευρωζώνη, προκειμένου να διατηρήσει την πίεση στην Αθήνα για εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και μετά το τέλος του προγράμματος.

Η ανησυχία των Ευρωπαίων για το ενδεχόμενο η Ελλάδα να επιστρέψει στα παλιά, όταν αποκτήσει πρωτογενή πλεονάσματα και δεν θα χρειάζεται δανεικά, υπήρχε από την αρχή σχεδόν των Μνημονίων και ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από πέρυσι, όταν διαπιστώθηκε ότι αυτό είναι πλέον μια πραγματικότητα και όχι άσκηση επί χάρτου. Καθώς το πρόγραμμα φτάνει στο τέλος του, δηλαδή τελειώνουν τα δάνεια από την Ευρωζώνη κι αυτά που απομένουν να δώσει το ΔΝΤ έως το 2016 είναι ουσιαστικά για να αποπληρωθούν δόσεις προς το ίδιο, η τρόικα χάνει τον βασικό μοχλό πίεσης που διέθετε έως τώρα: τις δόσεις. Αναζητεί, λοιπόν, νέα εργαλεία και εστιάζει σε αυτό που κατεξοχήν ενδιαφέρει πολιτικά την κυβέρνηση: τη διευθέτηση του χρέους. Ετσι, μία από τις προτάσεις που βρίσκονται στο τραπέζι είναι να προσαρμόσουν το μοντέλο των προαπαιτουμένων στην υπόθεση του χρέους.

Το πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθεί η Ευρωζώνη για την ελάφρυνση του χρέους είναι η μείωση των επιτοκίων και η μετατροπή τους σε σταθερά, η επιμήκυνση των δανείων στα 50 χρόνια, ή και περισσότερο, και η παροχή περιόδου χάριτος έως δέκα χρόνια, στη διάρκεια της οποίας δεν θα καταβάλλονται τόκοι και χρεολύσια. Η πρόταση προβλέπει να μη δοθεί εφάπαξ το σύνολο της επιμήκυνσης ή και της μείωσης των επιτοκίων, αλλά σταδιακά και αφού η Ελλάδα θα συνεχίσει να επιτυγχάνει τους δημοσιονομικούς στόχους και κυρίως θα υλοποιεί συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις. Αυτό το μοντέλο μπορεί να εφαρμοστεί εντός της περιόδου χάριτος, αφού η όποια μεταβολή στο επιτόκιο ή στη διάρκεια δεν θα επηρεάζει τις πληρωμές τόκων και χρεολυσίων.

Αυτή η προσέγγιση δεν είναι καινούργια. Σύμφωνα με πληροφορίες, μετά τη συμφωνία για το δεύτερο πακέτο βοήθειας, τον Μάρτιο του 2012, οι υπηρεσίες της Κομισιόν πήραν εντολή να μελετήσουν το πρόγραμμα HIPC (Heavily Indebted Poor Countries) που εισήγαγαν από το 1996 το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα σε υπερχρεωμένες φτωχές χώρες της Υποσαχάριας Αφρικής και να εξετάσουν τη δυνατότητα εφαρμογής του σε χώρες της Ευρωζώνης. Με το πρόγραμμα HIPC, oι πιστωτές –κράτη και ιδιώτες– των αφρικανικών χωρών δέχονται εθελοντικά το «κούρεμα» των απαιτήσεών τους υπό την αίρεση ότι εφαρμόζονται μεταρρυθμίσεις και επιτυγχάνονται στόχοι.

Εκτός του χρέους, κάποια ευρωπαϊκά κράτη εκτιμούν ότι η διατήρηση αυστηρής εποπτείας επιτυγχάνεται και μέσω ενός νέου πακέτου χρηματοδότησης, το οποίο εξάλλου θεωρούν αναπόφευκτο. Η κυβέρνηση απορρίπτει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, ενώ υπάρχουν μέλη της Ευρωζώνης, όπως η Φινλανδία, που δεν θέλουν να βάλουν εκ νέου το χέρι στην τσέπη. Ο ισχυρός παράγων της Ευρώπης, η Γερμανία, δείχνει να επιμένει στην ιδέα ενός νέου πακέτου όχι μόνο για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού. Στελέχη της Κομισιόν σημειώνουν ότι ο επικεφαλής του ESM Κλάους Ρέγκλινγκ αναφέρει συχνά ότι είναι έτοιμος να αναλάβει πλήρως τις ανάγκες της Ελλάδας και αυτές που καλύπτει έως το 2016 το ΔΝΤ, ενδεχόμενο που υπαινίχθηκε και ο κ. Ευ. Βενιζέλος κατά την ομιλία του χθες στην Κ.Ε. του ΠΑΣΟΚ, όταν και σημείωσε πως «χωρίς ΔΝΤ δεν υπάρχει τρόικα». Από την Κομισιόν επισημαίνουν, επίσης ότι ο κ. Ρέγκλινγκ, Γερμανός ο ίδιος, γνωρίζει τις απόψεις που κυριαρχούν στο Βερολίνο, ενώ και τα ποσά που αναφέρει κατά καιρούς ο κ. Σόιμπλε ως χρηματοδοτικό κενό είναι περίπου όσα απομένουν να πάρει η Ελλάδα από το Ταμείο το 2015 και το 2016.

Σε κάθε περίπτωση, τα προαπαιτούμενα, είτε αφορούν το διευθέτηση του χρέους είτε συνδέονται με τις δόσεις ενός νέου πακέτου, δεν θα έχουν τη μορφή Μνημονίων. Θα είναι πιο ελαστικά και θα αφορούν μεταρρυθμίσεις. Επίσης, θα ενσωματώνουν και στοιχεία αναπτυξιακά. Ωστόσο, για να αποτελέσουν αυτά αντικείμενο διαπραγμάτευσης, η Αθήνα θα πρέπει να εφαρμόσει σε ικανοποιητικό βαθμό όσα έχουν ήδη συμφωνηθεί. Μέχρι στιγμής, έχει υλοποιηθεί το 27% των συμφωνηθέντων, ενώ για να ανοίξει η συζήτηση απαιτείται το 80%. Τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το Δημόσιο, δεν προστέθηκαν νέα προαπαιτούμενα, καθώς η τρόικα, στη συνάντησή της με τον κ. Κυρ. Μητσοτάκη, δεν επανέφερε το αίτημά της για νέο πακέτο την προσεχή διετία, πέραν των 6.500 απολύσεων που εκκρεμούν από το πρώτο πρόγραμμα.

ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Επιστροφή επάνω